Το κατοχικό ημερολόγιο ενός Ιταλού αξιωματικού στο Λιδωρίκι

Η σχέση των Ιταλών κατακτητών με τους Λιδωρικιώτες, ο πληθωρισμός, η δράση των ανταρτών, το κατοχικό Πάσχα, οι τοπικές ενδυμασίες, το κλείσιμο ενός οίκου ανοχής, μία επιχείρηση στο Κουμεντάρι, το κάψιμο του Μαλανδρίνου, ο “πολυμήχανος” εκπρόσωπος του Κουπακίου, οι “αχώνευτοι” Γερμανοί και η μεγαλοσύνη μιας μάνας που έχασε τον γιό της,

Αλέξης Κωστάκης
Ο αξέχαστος χωριανός και φίλος, λογοτέχνης Αλέκος Κωστάκης, που έχει αφήσει θησαυρό αναμνήσεων για το χωριό μας, είναι ο..άνθρωπος που μας άφησε τις περισσότερες πληροφορίες και αναμνήσεις απ’ το προπολεμικό Λιδωρίκι, επίσης νεαρός ακόμα στην Κατοχή, έκανε το διερμηνέα στους Ιταλούς και είχε δημιουργήσει μια φιλική σχέση με τον Διοικητή των Ιταλικών δυνάμεων κατοχής του χωριού μας , Τζιοβάνι Ουμπόλντι, ενός υπέροχου ανθρώπου και επιστήμονα.

Ο Ουμπόλντι λοιπόν έδωσε στον Αλέκο το ημερολόγιο που έγραφε τον καιρό που ήταν στο Λιδωρίκι, το οποίο παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αφού περιγράφει έμμεσα και την τότε Λιδωρικιώτικη ζωή. Το ημερολόγιο το είχαμε δημοσιεύσει και παλαιότερα, αλλά το επαναδημοσιεύουμε για τους νεότερους επισκέπτες της σελίδας μας, θέλαμε να συμπληρώσουμε εδώ, πως ό.τι γνωρίζουμε για την προπολεμική Λιδωρικιώτικη ζωή, τη γνωρίζουμε απ’ τα υπέροχα κείμενα του αξέχαστου Αλέκου όπως επίσης όλες σχεδόν οι προπολεμικές φωτογραφίες του χωριού μας και των χωριανών μας οφείλονται στο “μεράκι” του αείμνηστου Κώστα Ευσταθίου ….

 Η εισαγωγή είναι του Λιδωρικιώτη Κώστα Καψάλη 

δημοσιεύθηκε στις 23-3-2015 στο  http://lidoriki.blogspot.com

ΕΝΑΣ ΙΤΑΛΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ..

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

του Αλέκου Κωστάκη

O Υπολοχαγός Tζιοβάνι Ουμπόλντι .

Ο Υπολοχαγός Ο υ μ π ό λ ν τ ι Τ ζ ι ο β ά ν ι, 76 χρονών σήμερα (αναφέρεται στο 1982), από το Κόμο της Β. Ιταλίας (κοντά στα Ελβετικά σύνορα) καθηγητής Φυσικομαθηματικός, το επάγγελμα, πατέρας πέντε παιδιών, όλων επιστημόνων, υπηρέτησε την κατοχή στο Λιδωρίκι από 31/3 μέχρι 19/6/43. Όπως γράφει και στο ημερολόγιό του οι μέρες εκείνες θα του μείνουν αξέχαστες, αλλά είναι και για μας ενδιαφέρον και πολύ χρήσιμο να δούμε πως σκέπτονταν ορισμένοι απ’ τους κατακτητές μας, αλλά και οι ντόπιοι εκείνο τον καιρό.

Τις σημειώσεις του ο Ουμπόλντι τις έστειλε στον Αλέκο Κωστάκη, με τον οποίο γνωριζόταν απ’ την Κατοχή (σε πολλά σημεία μάλιστα τον αναφέρει Αλεσάντρο), και στον οποίον ανήκει η μετάφραση και ο σχολιασμός τους. 

 

 Τζιοβάνι Ουμπόλντι
 Γράφει λοιπόν ο Ουμπόλντι:

5-2-43: Φτάνω στην Αθήνα. Πάω να δω τον Παρθενώνα. Ένα μαρμάρινο βουνό, τέλεια αρχιτεκτονική, αίσθηση μεγαλοπρέπειας. Πως τα κατάφεραν να λαξέψουν και να συναρμολογήσουν αυτές τις τεράστιες κολόνες κι’ αυτές τις μαρμάρινες πλάκες!! Σίγουρα οι αρχαίοι Έλληνες ξεπερνούν στην τέχνη και τον πολιτισμό, κατά τη διάρκεια των αιώνων, τους άλλους λαούς. Τρομερή πολυκοσμία στην πόλη και αφάνταστος σαματάς. Λες και βρίσκεσαι στη Νάπολη. Πουλάνε ψωμί μαύρο, κακοψημένο και “ΒΟΒΟΤΑ” (ψωμί από καλαμπόκι), λάδι , κρέας αρνίσιο. Σημειώνω μερικές τιμές: 2000 δραχμές για ένα γεύμα (σχεδόν τίποτε, αλλ’ αυτός που πληρώνει είναι ο Ελληνικός λαός). Μου προσφέρουν 200 δραχμές για μια λιρέτα. Η δραχμή κάθε μέρα πέφτει.

6-2-43: Επίσκεψη στην αγορά. Πήγαινε – έλα συνέχεια του κόσμου. Υπάρχουν απ’ όλα. Ρούχα, παπούτσια, παλιά αντικείμενα , ό,τι φαντασθείς . Έλληνες , γεννημένοι έμποροι. Αν σου ζητήσουν 500 δραχμές για κάτι, το μάξιμουμ που πρέπει να τους δώσεις είναι…200. Ο λαός βλέπει εμάς τους Ιταλούς καλύτερα απ’ ό,τι τους Γερμανούς , που τους μισεί. Τιμές: ρύζι 12.000 η οκά , (1280 γραμ.) ψωμί 6.000, βούτυρο 10.000, λάδι 6.500, ένα γλυκό από 200 – 1200 δραχμές, κι’ όλα νοθευμένα.

8-2-43: Έγερση στις 4,45, αναχώρηση με φορτηγό. Δυο πολυβολητές στα πλευρά. Φοβούνται ενέδρα από τους “ANDARTES”, όπως λένε τους Έλληνες παρτιζάνους. Όλοι κομμουνισταί, τους διοικεί ο Ζέρβας !! (προφανώς κάνει..λάθος). Αγοράζω μια μπουκάλα κρασί, αλλά έχει ρετσίνα και δεν μπορώ να το πιώ, γιατί είμαι ασυνήθιστος.

9-2-43: Άμφισσα. Αέρας παγωμένος το πρωί, μα ωραίο θέαμα οι ανθισμένες μυγδαλιές. Η Άμφισσα όμορφη πόλη, μ’ ένα κάστρο σαν κορώνα της, χτισμένο απ’ τους Ενετούς (σημ : το κάστρο είναι αρχαίο κι’ αργότερα πρόσθεσαν οι Φράγκοι κι όχι οι Βενετσάνοι). Προς το νότο, και κατά μήκος του δρόμου προς την Ιτέα, εκτείνεται μια ασύλληπτης ομορφιάς θάλασσα από ελιές. Ο κόσμος είναι πολύ ήσυχος. Έχω τη Διοίκηση του ΙΙΙ Λόχου. Οι φαντάροι τα πάνε καλά με τον κόσμο κι’ οι εμπορικές τους σχέσεις άριστες. Αχώνευτοι οι Γερμανοί.

15-2-43: Μια δασκάλα βρέθηκε το πρωί κρεμασμένη απ’ τους “ANDARTES” σε μια ελιά του ελαιώνα. Ταράχτηκαν όλοι. Τη φουκαριάρα!

16-2-43: Κάνω αναγνώριση στη Δεσφίνα. Στο γιατρό BRUNI (Mπρούνι) ήρθαν πολλοί χωρικοί για να τους εξετάσει. Λένε πως ο “JATROS” (γιατρός), ο δικός τους δηλαδή, “δεν ξέρει πολλά”. Οι γυναίκες – όλες στα μαύρα – κάθονται στα πεζούλια των δρόμων και γνέθουν βαμπάκι και μαλλί .

Μιλώ με το δάσκαλο του χωριού που ξέρει και λίγα Γαλλικά. Μου μιλάει για πολλή φτώχεια. Μας προσφέρουν κρασί και καφέ (αληθινό καφέ). Ζεστασιά κι’ άνοιγμα καρδιών. Δίνω διαταγή: “αλλοίμονο σ’ όποιον φαντάρο κλέψει έστω και μια ελιά”. Ο κόσμος φοβόταν μήπως και κάψουμε το χωριό.

20-2-43: Αναγνώριση K.KISSIADE και Πεντεόρια (σημ: προφανώς αναφέρεται στην Κ.Κίσελη, γιατί δεν υπάρχει άλλο χωριό που να μοιάζει το όνομά του). Σ’ αυτά τα μέρη ο κόσμος μας κοιτάζει ψυχρά, αλλά όχι με μίσος. Άνθρωποι του μόχθου με φτώχεια πολλή. Μάτια σαν να λεγαν: Τι γυρεύετε εδώ σε τούτη την ξεραίλα; Τι νομίσατε πως θα βρίσκατε; Από τα παιδάκια που με πλησιάζουν: “Καπετάνιο, κινίνο, κινίνο, κινίνο!”. Ήθελαν κουφέτα κινίνου, γιατί εδώ έχει πολλή ελονοσία. “Δεν έχω απάνω μου παιδιά”, απαντώ στα ξυπόλυτα αγόρια και μελαγχολώ, γιατί το μυαλό μου γυρίζει στα δικά μου παιδιά, που, τουλάχιστον, είχαν παπούτσια! Ήθελα όμως να χα εδώ τους μαθητές μου, να δούνε παιδιά του Σχολείου με γυμνά ματωμένα πόδια! (σημ : Ο Ουμπόλντι ζούσε στη Β.Ιταλία, και φαίνεται δεν γνώριζε τη ζωή της Ν.Ιταλίας, στην Καλαβρία και τη Σικελία). Εντύπωση τρομαχτική, πετάξαμε ένα άδειο δοχείο, σαν άχρηστο. Τρεις χωρικοί παραλίγο να σκοτωθούν για την κατοχή του. Καταραμένος να ‘ναι ο πόλεμος.

Στην KISSIADE (είπαμε ίσως Κίσσελη η Άγιοι Πάντες) κοιμάμαι με τον ιπποκόμο μου στο σπίτι ενός χωρικού. Η οικογένειά του είναι ευχαριστημένη που θα φιλοξενήσει έναν αξιωματικό, γιατί έτσι αισθάνεται πιο ασφαλής και προστατευμένη από ενδεχόμενες βαρβαρότητες των στρατιωτών. Χώρισαν το δωμάτιο μ’ ένα παραπέτασμα. Κατά τη 1 πετάχτηκα από τα ξεφωνητά μιας γυναίκας. Πίσω απ’ το χώρισμα είχαμε…μαιευτήριο! Γεννήθηκε ένα αγοράκι. Ο πατέρας, ευτυχισμένος, μου ζήτησε τ’ όνομά μου να το δώσει στο νεογέννητο! Στο Γαλαξίδι, γεύμα στο σπίτι του προέδρου, μαζί μας κι’ ένας αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού, που μιλούσε πολύ καλά τα Ιταλικά. Πολλή ευγένεια και τελείως διάφορη εικόνα από την ως τώρα.

22-2-43: Με τους Ντονάτι και Γκαλάντι φεύγω στο Μεσολόγγι για εκπαίδευση στα χημικά όπλα. Περνώ από το Λιδωρίκι κι’ από δρόμους αδιάβατους και κλειστούς, πάνω σ’ απόκρημνα βουνά. Σταθμός στην καταπληκτική Ναύπακτο. Εξαιρετική καθαριότητα στο επιταγμένο ξενοδοχείο “Βρετανία” , σ’ αντίθεση με τα Αθηναϊκά, όπου είδα για πρώτη φορά κοριούς. Παρακολούθησα την κηδεία μιας κοπέλας που πέθανε από ελονοσία. Η σορός ήταν πάνω σ’ ένα ανοιχτό φέρετρο. Εντυπωσιάστηκα. (Στην Ιταλία αυτό απαγορεύεται). Το προσωπικό του ξενοδοχείου ευγενικό, αλλά συγκρατημένο. Γι’ αυτούς – δυστυχώς – είμαστε κατακτητές, κι’ έχουν δίκιο.

23-3-43: Φοβόμαστε εξέγερση του πληθυσμού, γιατί , ανατρέχοντας το καλεντάρι θα δει κανείς ότι τέτοιο καιρό το 1821 ο αρχιμανδρίτης της Πάτρας (εννοεί τον Π.Πατρών Γερμανό) ξεσήκωσε τους Έλληνες εναντίον των Τούρκων. Το πρωί έγινε σεισμός κι’ οι τοίχοι ταρακουνήθηκαν.

27-3-43: Από μια γυναίκα αγοράζω στην Άμφισσα 6 οκάδες παρθένο λάδι (χρώμα πράσινο, πυκνόρευστο σα βούτυρο, βγαλμένο με τον παλιό τρόπο στη μυλόπετρα) προς 5.000 δρχ. την οκά. Στην Αθήνα έφτασε 8-10.000, κι’ η λιρέτα 800 δρχ!

31-3-43: Στις τρεις το απόγευμα μ’ ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό φτάνω στο Λιδωρίκι. Το βρίσκω καλύτερο από την Άμφισσα, γιατί αγαπώ τα βουνά, σαν κάτοικος των Άλπεων, που ‘μαι κι’ εγώ. Ωραία βουνά και θέα.

1-4-43: Ταχτοποιήθηκα σ’ ένα σπίτι, δίπλα σε μια βρύση μ’ ένα χιλιόχρονο πλάτανο (σημ: εννοεί του Κοτλιά το σπίτι). Επίσκεψη στους Μαλακάρνε και Πιτσιέντι, (σημ: Ο Πιτσιέντι, πολιτ.μηχανικός, εφ.λοχαγός, χρημάτισε και Φρούραρχος) που μένουν πάνω στο οχυρό (σημ: στον Τραγουδάκη , όπου ο Αγ.Κων/νος). Δυσάρεστη έκπληξη, είδα τα πρώτα κουνούπια να στέκονται πάνω στα τζάμια . Πιο πολύ φοβάμαι αυτά παρά τους “ANDARTES”. Άτιμα χρόνια! Σύννεφα χαμηλά σωριάζονται από τις κλεισούρες των απέναντι βουνών και κλείνουν τον ορίζοντα. Άγρια η φύση εδώ πάνω, αλλά μ’ αρέσει.

2-4-43: Λαμπρή λειτουργία από τον στρατ. ιερέα ντον Ντίνο, στην πλατεία του Φρουραρχείου (σημ: στον Αντώνη, μέσα στο τυροκομείο του Θύμιου Δούκα) .

3-4-43: Σήμερα κρύο και παγωμένος αέρας. Αρχίζω προληπτική θεραπεία με κινίνο. Ο δυνατός αέρας γκρεμίζει το υπόστεγο του αυτοκινήτου μας .

4-4-43: Πόση μελαγχολία μου φέρνουν ετούτες οι οχυρωμένες ράχες! Τι να συμβαίνει, άραγε, στ’ απέναντι βουνά; Οι πρόεδροι των χωριών, υποχρεωτικά, μας κατατοπίζουν για τις κινήσεις των ανταρτών, αλλ’ όταν αυτοί έχουν φύγει απ’ το χωριό τους! Πιστεύω πως κίνδυνος υπάρχει μόνο για μεμονωμένους η μικρά τμήματά μας.

5-4-43: Το βράδυ μια περίπολος πυροβόλησε δυο φορές κόντρα σε δυο σκιές, που κινούνταν κατά μήκος της πλαγιάς. Μείναμε σ’ επιφυλακή μέχρι τις 8 Απριλίου, γιατί την ίδια μέρα του 1821, με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ο αρχιμανδρίτης της Πάτρας κήρυξε την Επανάσταση κατά των Τούρκων. Κυκλοφορεί φήμη ότι 3 νηοπομπές Άγγλων από την Κύπρο και τη Μάλτα κατευθύνονται στην Ελλάδα!

6-4-43: Βόλτα στο χωριό. Πολλοί χωρικοί με τοπικές ενδυμασίες. Κρίμα που δεν έχω την AGFA μαζί μου. Ωραίες φυσιογνωμίες. Κι’εδώ πολλή φτώχεια, κι’ εδώ δεν μας μισούν, το πιστεύω αυτό. Ο Πιτσιέντι με πληροφόρησε ότι από τούτη την επαρχία, κοιτίδα των Δωριέων της αρχαιότητας, βγαίνουν οι καλύτεροι στρατιώτες της Ελλάδος .

6-4-43: Με τους Πρίτσι και Μπερτένγκι επισκεπτόμαστε το νεκροταφείο, αντίκρυ στ’ οχυρό μας. Μια γυναίκα μαυροντυμένη προσεύχεται σ’ ένα σκουριασμένο τενεκέ μ’ ένα κερί, ενός τάφου. Δοκίμασε να μας πει τον πόνο της , μα στάθηκε εμπόδιο το φράγμα της γλώσσας . Το νεκροταφείο είναι μελαγχολικό και φτωχό. Δεν έχει αγάλματα και μνημεία, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία τ’ απαγορεύει .

7-4-43: Μια φάλαγγα επιμελητείας χτυπήθηκε στο 141 χιλ. (σημ: στο Κουμεντάρι, περίπου). Ο Μαλακάρνε (Φρούραρχος – Λοχαγός) με διατάζει να πάρω 30 άνδρες και να πάω ενίσχυση. Ήρθε μαζί μας κι’ ο Λοχαγός Χ του μηχανικού, που είχε και το πρόσταγμα. Είχε μια φοβερή δειλία, δεν ήθελε να προχωρήσει παρακάτω απ’ το 139 χιλ. Τον απείλησα πως θα τον αναφέρω. Υπέκυψε. Βλέπουμε ένα λοχία μας πεσμένο ύπτια στο ρείθρο του δρόμου, ολόγυμνον, μ’ ανοιγμένη την κοιλιά. Μακάβριο θέαμα …Αρπάζουμε τα πολυβόλα, Κατεβαίνω με την ομάδα του Γκάλλι στην κοιλάδα που βρίσκετ’ από κάτω, όπου τρέχει το ποτάμι (σημ: ο Μόρνος). Κόσμος που έφευγε, κουβαλώντας μαζί του και το σκέπαστρο του αυτοκινήτου και τηλεφωνικά σύρματα. Μπήκαμε ως τη μέση στο νερό. Πυροβολούμε, τραυματίζουμε και πιάνουμε μερικούς πλιατσικολόγους. Στις 5,30′ γύρισα στο Λιδωρίκι βρεγμένος. Πυρετός 39 και πονοκέφαλος. Πίνω μισή μπουκάλα ρούμι και πέφτω στο ράντζο ξερός.

8-4-43: Ο Ντελ Έλμο λέει πως είδε, ανάμεσα στους επιτιθέντες και Άγγλους (σημ: οι Ιταλοί όποιους έβλεπαν να φοράνε αγγλικές στολές τους περνούσαν όλους για Άγγλους). Στις 2 ήρθε ένα αυτοκίνητο από την Άμφισσα και μας πληροφόρησε πως οι ANDARTES ξαναχτύπησαν την πόστα που είχε φύγει από την Άμφισσα και πως έγινε μακελειό. Δεκατέσσερις νεκροί μεταξύ τους ο Υπολοχαγός Βιανέλο, που τη νύχτα είχε κοιμηθεί στο ράντζο μου. Μια φάλαγγα από την Άμφισσα έκαψε το χωριό Μαλανδρίνο. Τώρα τι φταίει ο κόσμος; C’ EST LA GUERE !

10-4-43: Ένας εκπρόσωπος ορεινού χωριού, απ’ αυτούς που έρχονται κάθε μέρα στο Φρούραρχο, φέρνοντας μάλιστα και λίγα αυγά για δώρα, νομίζω Κουπάκι, μιλούσε Ισπανικά. Πολύ πονηρός, σωστός Οδυσσέας. Με τα μάτια καταλαβαινόμασταν ότι ο ένας ψάρευε τον άλλον! (Νομίζω λεγόταν Βαρνάβας).

11-4-43: Ο Αλεσάντρο, ένα παιδί που μιλά καλά Ιταλικά, στην ΣΤ’ τάξη του Γυμνασίου και που μας κάνει το διερμηνέα, όταν δημιουργείται πρόβλημα συνεννοήσεως με τους Προέδρους των γύρω χωριών, μου έδωσε ένα λεξικάκι Ελληνο – Ιταλικό: Εμπρός, προσοχή, πεινώ, διψώ, νερό, Τάγμα, αυτόμολος κλπ. (το λεξικό το κρατώ ακόμα).

12-4-43: Πηγαίνω στο Γυμνάσιο του χωριού. Φτώχεια, φτώχεια, φτώχεια! Θαύμασα τους συναδέλφους μου και τις συνθήκες δουλειάς τους. Θ μπορούσε να είμαι και γω στη θέση τους. Ιταλικό δημοτικό έχει περισσότερα εποπτικά όργανα από αυτό εδώ.

13-4-43: Μου χάλασε το κουρδιστήρι του ρολογιού μου και πήγα σ’ έναν Έλληνα φωτογράφο, νομίζω Βασίλη (σημ: ναι ο Βασίλης Αγγελόπουλος). Μου το έφτιαξε, τού’ δωσα ένα σωληνάριο κινίνο, δεν έβρισκε λόγια να μ’ ευχαριστήσει ο δυστυχής. Ο Μαλακάρνε μου παρέδωσε τη Δ/νση του Λόχου, γιατί αύριο φεύγει αυτός για την Ιταλία. Τυχερός που είναι!

15-4-43: Κάνω εκβάθυνση του ορύγματος, που οδηγεί από την πλατεία του Φρουραρχείου ως το οχυρό. Έπιασα και εγώ τον κασμά. Κάλοι και φουσκάλες στα χέρια, καλά κάνουν οι Έλληνες και βάζουν τις γυναίκες τους να δουλεύουν!

……: Παρακάλεσα τον Αλεσάντρο να ειδοποιήσει τον Πρόεδρο της Ρατινής (εννοεί Ερατεινής) να μας στείλουν 300 φυτά ντομάτας , 300 μελιτζάνας, 1 οκά κορκάρι, σπόρο από ραπάνια, καρότα, μαϊντανό και καμπρολάχανο. Θα μεταβληθούμε σε αγρότες. Κάθε πρωί πολλοί άρρωστοι από τα γύρω χωριά έρχονται στο γιατρό μας τον Μπρούνι, ένα χρυσό παιδί και λαμπρό επιστήμονα. Εδώ οι εχθρότητες παραμερίζουν. Δεν δέχεται πληρωμή, ούτε αυγά, ούτε μαλλί, τίποτε, λαμπρός νέος.

20-4-1943: Δίνω στον Ντίνο, έναν Έλληνα χωροφύλακα, που πάει στην Αθήνα, γράμματά μου να τα ταχυδρομήσει. Γνωρίζομαι με τον Πρόεδρο του χωριού. (Σημ: πρόκειται για το λεβέντη Γιώργο Παπαδόπουλο). Άριστη εντύπωση. Έχει τον μικρότερο αδελφό χαμένο στην Αλβανία. Σωστός συγκλητικός των Ρωμαϊκών χρόνων. Πρόκριτος του Καλαί. Και διπλωμάτης, πόσες ευθύνες! Έκανε για πρότυπο σ’ αυτούς του “Παλάτσο Κίτζι”.

21-4-1943 : Αλληλογραφία χάθηκε. Κατασχέθηκε στο δρόμο από τους “ANDARTES” κι’ ο Ντίνος υποχρεώθηκε να συνεχίσει γυμνός ως την Άμφισσα. Βράδυ γέλασα στην τραπεζαρία με την ιστοριούλα του Παολίκι. Μια Έλληνίδα όταν τη ρώτησε ένας Ιταλός αξιωματικός γιατί δεν μπαίνει αυτή καβάλα στο μουλάρι , αλλά πάει με τα πόδια και φορτωμένη κι’ αφήνει τον άντρα της καβάλα, απάντησε: “Τον θέλω να ‘ναι …ξεκούραστος το ..βράδυ ..!!”

22-4-1943: Τη νύχτα είχαμε ένα απρόοπτο. Σκοτώσαμε ένα γάιδαρο, παίρνοντάς τον το φουκαρά γιά..παρτιζάνο (αντάρτη). Θα φαγε και 3.000 σφαίρες, αντιβούιξαν όλη τη νύχτα τα ρέματα! Γέλα τρελέ κόσμε: Μαντοβάνοι και Γενοβέζοι κάθε μέρα μαλώνουν. Εισηγήθηκα κλείσιμο οίκου ανοχής. Γενοβέζοι με τον Υπολοχαγό Λέπορε χτύπησαν επιδεικτικά τον Αλεσσάντρο (σημ: τον Αλέκο Κωστάκη), σε ένα καφενείο στην κεντρική πλατεία. Παραλίγο συμπλοκή από Μαντοβάνους. Δικαιολογία του Λέπορε την πέταξα ..καλάθι αχρήστων.

23-4-1943: Πάω χωρίς συνοδεία στην Ελληνική Εκκλησία. Είναι για τους Ορθόδοξους Μ. Παρασκευή. Είναι μια λειτουργία μυστηριακή, στην οποία κυριαρχούν λειτουργικοί ύμνοι, που έχουν έναν αλλιώτικο εξωτικό ρυθμό, σχεδόν ανατολίτικο. Η Εκκλησία ήταν κατάμεστη κι’ όλοι με παρατηρούσαν με περιέργεια. Ο Αλεσάντρο μου είπε ότι στον καιρό της ειρήνης οι λειτουργίες γίνονταν τη νύχτα κι είναι – βοηθούσης και της εποχής – πολύ όμορφες. Τώρα γίνονται τ’ απομεσήμερο. Στο γυρισμό προς το οχυρό, βλέπω στην πόρτα ενός σπιτιού μια γυναίκα μαραμένη και σκελετωμένη να τρέμει απ’ το κρύο, ενώ ο ήλιος έκαιγε. Ήταν από την ελονοσία .

25-4-1943: Πάσχα. Γεύμα εκλεκτής ποιότητας από κατσικάκια αγορασμένα και τα περισσότερα δωρισμένα από τους τσοπάνηδες. Μπορεί να πεις, ό,τι θες για τον τόπο τούτο, αλλά για το κρέας του όχι. Ούτε στις Άλπεις έφαγα πιο νόστιμο. Αυγά είχαμε από προσφορές των Ελλήνων ασθενών του Μπρούνι του “πιο καλός γκιατρός”, όπως λένε όλοι τους αυτοί οι δυστυχείς.

28-4-1943: Είδα να κουρεύουν πρόβατα, αν μιλούσαν τα καημένα….Μίλησα μ’ έναν τσοπάνη της Αλβανίας του υψώματος Ιβάν. Τώρα φίλοι , πρόσφερα τσιγάρα.

1-5-1943: Ένα αναγνωριστικό αεροπλάνο πέταξε μεγάλο αριθμό προκηρύξεων πάνω απ’ το Λιδωρίκι. Σ’ αυτές ο Τσώρτσιλ παρακινεί την Ελλάδα σ’ ένα καινούργιο πόλεμο, για να την κάνει – φαίνεται – αποικία της Αυτοκρατορίας του!

5-5-1943: Κομμουνισταί και Εθνικισταί “αντάρτες” δεν τα πάνε καλά. Προβλέπεται σύρραξη. “Ράδιο σκάρπα” (ράδιο…αρβύλα): Άγγλοι ετοιμάζονται για μεγάλες κινητοποιήσεις μ’ αντάρτες.

6-5-1943: Χωριό ήσυχο. Γκάλι ισχυρίστηκε πως στα τελευταία σπίτια του χωριού συναντήθηκε με παρτιζάνο. Δεν έγινε πιστευτός και είναι μάλλον δικαιολογίες του για τις άσκοπες ερωτικές του αναζητήσεις. (Σημ: κι’ όμως ο Γκάλι είχε δίκιο, γιατί πράγματι έπεσε πάνω στο Γ. Κούστα, γιο της Λελούδας, φύλακα φυλακών κι’ αντάρτη του 5/42). Αλεσάντρο και Πρόεδρος βεβαιώνουν πως ούτε ένας στο χωριό δεν έχει βγει στο βουνό !!

1-6-1943: Αλλάζουμε 1 οκά ρύζι με μια κότα, 50 βατράχους με 2 κιλά ρύζι. Φαγητό μας εξαιρετικό, αλλά ρετσίνα σα φάρμακο. Ωραία όμως ρακή και κατσικάκια.

2-6-1943: Με τον ιπποκόμο μου πήγα στο σπίτι μιας γριάς που μου είχε πουλήσει, πλύνει και γνέσει πολλά μαλλιά. Πάνω απ’ το τζάκι του σπιτιού της είδα μια φωτογραφία ενός στρατιώτη. ” Ποιός είναι;” ρώτησα, “είναι γιός μου , που εσείς τον σκοτώσατε!”.  Έμεινα αμήχανος και προς στιγμήν άφωνος , αλλ’ η γυναίκα μ’ένα αδύνατο χαμόγελο μου είπε: “Δεν φταίει κανείς …ο πόλεμος! Όταν τελειώσει ο πόλεμος θα ξαναγίνουμε ..φίλοι , μα οι νεκροί δεν ξαναγυρνάνε πια”, κι’άρχισε να κλαίει . Αν δεν είχα μαζί μου τον ιπποκόμο μου θα ‘ κλαιγα κι’ εγώ. Της έσφιξα και της φίλησα το χέρι με συγκίνηση. Τι ψυχικό μεγαλείο….Πίστεψα πως είχα μπροστά μου την πατρικία Ταρπήια, που της αγγέλλουν ότι ο τρίτος και στερνός γιός της, Γάιος – Μούκιους έπεσε στη μάχη, κι’ υποφέρει μ’ αξιοπρέπεια αντάξια της οικογενείας της, κι’ όχι μιαν απλή κι’ αγράμματη χωρική.

7-6-1943: Ένας Έλληνας λοχίας, ακρωτηριασμένος κι’ απ’ τα δύο, ήρθε για να τον δει ο Μπρούνι, φέρνοντάς του ένα κουνέλι. Λέει: “γιατρός Ιταλιάνο μόλτο μπράβο, στρατιότι ιταλιάνο μόλτο μπόνο”. Παπάς από Λεύκα ήρθε να μάθει πότε θα έρθουν τα άλευρα του Ε.Σ . Έφερε δώρο 33 αυγά (όσα τα χρόνια του Χριστού) και Μαντσίνι μας υποσχέθηκε να κάνει μ’ αυτά “ταλιατέλι” (κάτι σαν χυλοπίτες).

19-6-1943: Κατέβηκα στο Λιδωρίκι, γιατί ο Λόχος μου φεύγει γιά Άμφισσα. Στο οχυρό, μας αντικαθιστά ένα Τάγμα Πεζικού, πάρα πολύ απείθαρχο. Χθες έβγαλα φωτογραφία με Πρίτσι και Μπερτένγκι κι αγόρασα από ένα χασάπη δέρματα κατσικιών να τα στείλω στην πατρίδα να κάμουν καπέλα τα παιδιά μου .

4-7-1943: Αποστολή στους Δελφούς, όπου σε μια ταβέρνα είδα την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Μίλησα και κατατοπίστηκα μ’ ένα ευγενέστατο αρχαιολόγο.

7-7-1943: Διέλευση Γερμανικής φάλαγγας , η οποία σταμάτησε στο Λιδωρίκι , γιατί οι Άγγλοι με τους αντάρτες ανατίναξαν μια γέφυρα και την ξαναφτιάχνουν οι Γερμανοί. (Σημ: του Στενού και της Ρέρεσης) .

12-7-1943: Περνά από το πρωί η τεθωρακισμένη μας μεραρχία ΒRENNERO, που επιστρέφει στην Ιταλία.

18-7-1943: Κάνω μια βόλτα στο μέρος που έχουν κατασκηνώσει Τούρκοι (σημ: εννοεί γύφτοι) οι οποίοι δεν συγχρωτίζονται με τους Έλληνες. Πολύ βρώμικοι και καπνίζουν με μακριές πίπες. Γυρεύουν κινίνο, και, προς στιγμήν, γίνονται απειλητικοί. Κάνω πως βγάζω το πιστόλι, ξαναγίνονται χαμογελαστοί και μου προσφέρουν ρόδια. Τι κόσμος !!!

Εδώ τελειώνουν τ’ αποσπάσματα του ημερολογίου του Δ/τού του ΙΙΙ Λόχου του 120 Τ. Πολ/λων, υπολοχαγού Ουμπόλντι. Μετά την κατάρρευση της Ιταλίας, ο Ουμπόλντι, πήγε με όλο το τάγμα, αιχμάλωτος στη Γερμανία, απ’ όπου γύρισε στο χωριό του το 1945. Δίδαξε σε Γυμνάσιο, τώρα είναι συνταξιούχος (αναφερόμαστε στο 1980). 

Στις 30-10-1980, σε μια επιστολή του προς τον Αλεσάντρο, τον Αλέκο Κωστάκη, γράφει :

” Πόσα χρόνια πέρασαν! Κι’ όμως από την Ελλάδα και τους Έλληνες, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος, διατηρώ άριστες αναμνήσεις. Δεν μπορώ να ξεχάσω τις 19 Σεπτεμβρίου του 1943, όταν κλεισμένοι αιχμάλωτοι στα βαγόνια του Σταθμού των Αθηνών, μας έφερνε ο κόσμος και τα παιδιά, με κίνδυνο της ζωής τους, σταφύλια, σύκα, κομμάτια “BOBOTA”. Συμμετοχή στη δική μας πίκρα. Στη Γερμανία ΟΥΤΕ ΝΕΚΡΟΣ δεν θα θελα να γυρίσω. Στην Ελλάδα ΝΑΙ κι’ ελπίζω, αν τα καταφέρω, να την ξαναδώ και ν’ αντικρίσω το λαμπρό και γαλανό της ουρανό. Το 1971 ο γιός μου Τζούλιο ήρθε στην Ελλάδα μ’ ένα φίλο του. Σταμάτησε κι’ έφαγε στο Λιδωρίκι και μού ‘φερε και πολλές φωτογραφίες. Αλήθεια πόσο άλλαξε! ” 

***

Αυτό ήταν αγαπημένοι φίλοι, το νοσταλγικό σεργιάνισμα ..στο χρόνο, με τη βοήθεια του αξέχαστου φίλου Αλέκου Κωστάκη, του Καφτανιαλέκου, του…Αλεσάντρο, που πολλά έδωσε στο χωριό μας, ας είναι αναπαυμένος, τον θυμόμαστε όλοι μ’ αγάπη, τον φίλο και πάνω απ’ όλα, ΛΙΔΩΡΙΚΙΩΤΗ Αλέκο….

Κώστας Καψάλης